Αρχική / ----SLIDER / COVID-19: Βασικές Οδηγίες για την αντιμετώπιση στο σπίτι


COVID-19: Βασικές Οδηγίες για την αντιμετώπιση στο σπίτι

Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία (ΕΠΕ) θεωρώντας βαρύνουσας σημασίας την φροντίδα των ασθενών στο σπίτι, σε αυτή κρίσιμη περίοδο της νέας έξαρσης της πανδημίας, προχώρησε στην επικαιροποίηση των οδηγιών διαχείρισης κατ’ οίκον ασθενούς ύποπτου ή επιβεβαιωμένου με COVID-19 αλλά και των οδηγιών για τη φροντίδα και παρακολούθησή του ασθενή μετά τη νοσηλεία του, λαμβάνοντας υπόψιν τις τελευταίες μελέτες και την πρόσφατη βιβλιογραφία. Σύμφωνα με τις οδηγίες, το παλμικό οξύμετρο είναι στο σπίτι μπορεί να βοηθήσει στην παρακολούθηση.

Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, κ. Στέλιος Λουκίδης, Καθηγητής ΕΚΠΑ τόνισε «Η Ελληνική Πνευμονολογική εταιρεία συνεχίζει να βρίσκεται στη πρώτη γραμμή της μάχης εναντίων της COVID-19. Η επικαιροποίηση των οδηγιών αποτελεί επιτακτική ανάγκη, καθώς το τελευταίο διάστημα παρατηρείται ανεξέλεγκτη χρήση φαρμάκων στην κατ’ οίκον νοσηλεία που δεν έχουν καμία ένδειξη αποτελεσματικότητας. Η σωστή διαχείριση κατ’ οίκον στηρίζεται στην έγκαιρη αναγνώριση της επιδείνωσης και στην χρονικά κατάλληλη παραπομπή στο νοσοκομείο. Ευχαριστούμε τα μέλη του ΔΣ και όλους τους Πνευμονολόγους που συνεργάστηκαν για την επικαιροποιήση των οδηγιών».



Οδηγίες διαχείρισης κατ΄ οίκον ασθενούς ύποπτου ή επιβεβαιωμένου με COVID-19

Οι ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα συμβατά με COVID-19 (πυρετό, βήχας, πονοκέφαλο, φαρυγγοδυνία, δύσπνοια, ανοσμία, αγευσία, κόπωση, μυαλγίες, διάρροιες, ρινόρροια/συμφόρηση, θωρακαλγία) θα πρέπει άμεσα να υποβάλονται σε μοριακό τεστ ανίχνευσης (PCR) του RNA του ιού μέσω λήψης ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος. Η επιβεβαίωση με PCR είναι η μόνη διαγνωστική μέθοδος που τεκμηριώνει τη λοίμωξη από SARS-CoV. Εν αναμονή του αποτελέσματος, οι ασθενείς θα πρέπει να απομονώνονται και να μην έρχονται σε επαφή με τα άλλα μέλη της οικογένειάς τους, σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες του ΕΟΔΥ.

Εάν το αποτέλεσμα του μοριακού ελέγχου είναι αρνητικό, συστήνεται η επανάληψη ελέγχου με PCR (μέσα σε 1-2 μέρες) ειδικά όταν υπάρχει ισχυρή κλινική – επιδημιολογική υποψία ή/και κίνδυνος για σοβαρή νόσο σε άτομα του άμεσου περιβάλλοντος του ασθενή. Ο έλεγχος για άλλες μικροβιακές λοιμώξεις δε θα πρέπει να παραλείπεται όπως βακτηριδιακή πνευμονία, λοιμώξεις ουροποιητικού κ.ά.) ή άλλες νόσους που μπορεί να εξηγούν τα συμπτώματα.

Σημαντικοί παράγοντες κινδύνου για σοβαρή COVID-19 πνευμονία αποτελούν η μεγαλύτερη ηλικία και ιδίως και τα παρακάτω συνοδά νοσήματα: χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος όπως η ΧΑΠ, το σοβαρό άσθμα, οι διάμεσες πνευμονοπάθειες, κλπ, σοβαρές καρδιακές παθήσεις συμπεριλαμβανόμενης της υπέρτασης, ανοσοκαταστολή (καρκίνοι υπό ενεργό θεραπεία, μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων ή αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων, ανοσοανεπάρκειες, μη καλώς ελεγχόμενη HIV λοίμωξη, κορτικοστεροειδή ή άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα), σακχαρώδης διαβήτης, νεφρική ανεπάρκεια, ηπατική ανεπάρκεια, νοσογόνος παχυσαρκία (ΒΜΙ >35). Οι ασθενείς αυτοί είναι αυξημένου κινδύνου για επιδείνωση και πρέπει να παρακολουθούνται στενά μέχρι να αναρρώσουν.

Συστήνεται η αυτο-παρακολούθηση σε ότι αφορά την συμπτωματολογία των ασθενών, η τακτική θερμομέτρηση, η συνέχιση της λοιπής φαρμακευτικής αγωγής τους και παράλληλα κρίνεται αναγκαία η καθημερινή επικοινωνία με τον Πνευμονολόγο.

Θεωρείται απαραίτητη η προμήθεια στο σπίτι συσκευής παλμικής οξυμετρίας, ως αντικειμενικός δείκτης κινδύνου σοβαρής COVID-19 πνευμονίας. H οξυμετρία θα πρέπει να διενεργείται και στα δύο άνω άκρα, με το παλμικό οξύμετρο να εφαρμόζεται για 20 δευτερόλεπτα και επί απυρεξίας.



Οι γιατροί που υποστηρίζουν στο σπίτι, ασθενείς με COVID-19, θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα μέτρα ατομικής προστασίας (ΜΑΠ) όπως αυτά ορίζονται από τον ΕΟΔΥ (αδιάβροχη ποδιά, μάσκα FFP2, προστατευτικά γυαλιά ή προσωπίδα, γάντια), ενώ ο ασθενής και το περιβάλλον του πρέπει να φορούν μάσκα.

Ασθενείς ασυμπτωματικοί ή με ήπια συμπτώματα δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε περαιτέρω εργαστηριακό και ακτινολογικό έλεγχο. Συστήνεται απομόνωση κατ’ οίκον για 10 ημέρες και καθημερινή επικοινωνία (τηλεφωνική ή μέσω εφαρμογών τηλεϊατρικής) με τον ιατρό τους προκειμένου να γίνει έγκαιρα αντιληπτή τυχόν επιδείνωση των συμπτωμάτων.

Οι αιτίες παραπομπής για εργαστηριακό έλεγχο και πιθανή νοσηλεία περιλαμβάνουν κυρίως: εμπύρετο >38 βαθμοί Κελσίου από 7-ημέρου, δύσπνοια, θωρακαλγία, ταχύπνοια >25 αναπνοές /λεπτό, SaO2<94%, ενδείξεις αφυδάτωσης, επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης, αίσθημα παλμών. Παράγοντες κινδύνου εξέλιξης της νόσου, όπως η μεγάλη ηλικία και η παρουσία υποκείμενων νοσημάτων, δεν αποτελούν από μόνα τους λόγους για παραπομπή στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών ασθενή ασυμπτωματικού ή με ήπια συμπτώματα που δεν εξελίσσονται. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται αναφορικά με το ενδεχόμενο ταχείας επιδείνωσης της κατάστασής της υγείας τους, ιδίως πέραν των 7 ημερών νόσησης καθώς και για το ενδεχόμενο εμφάνισης σχετιζόμενων επιπλοκών (οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, οξεία θρομβοεμβολική νόσος), που χρήζουν εκτίμησης από τον ιατρό τους ή από το Νοσοκομείο αναφοράς. Επί του παρόντος, καμία εγκεκριμένη ή υπό έρευνα από τους διεθνείς οργανισμούς θεραπεία έναντι της COVID-19 νόσου δεν συνιστάται να χορηγείται στο σπίτι. Οι παρεμβάσεις θα πρέπει να στοχεύουν στην ανακούφιση από τα συμπτώματα και περιλαμβάνουν ανάπαυση, χορήγηση αντιπυρετικών για πυρετό και πόνο, καθώς και επαρκή διατροφή και κατάλληλη ενυδάτωση. Επίσης, δεν συνιστάται η προφυλακτική χορήγηση αντιβιοτικών, εκτός εάν υπάρχει κλινική υποψία για βακτηριδιακή λοίμωξη. Εφ` όσον έχει πραγματοποιηθεί ακτινογραφία θώρακος με ευρήματα συμβατά με πνευμονία, συστήνεται θεραπεία ως πνευμονία της κοινότητας βάσει τρεχουσών οδηγιών, εάν ο ασθενής δεν πληροί τα κριτήρια παραπομπής σε νοσοκομείο.

Σύμφωνα με τελευταία δεδομένα, φαρμακευτικοί παράγοντες ενδεχομένως αναστέλλουν την εξέλιξη της νόσου σε ασθενείς στην κοινότητα. Η πρώιμη εφάπαξ χορήγηση συνδυασμών μονοκλωνικών αντισωμάτων έναντι κορονοϊού επιταχύνει την κάθαρση του ιού από τα αναπνευστικά επιθήλια και φαίνεται να μειώνει τον κίνδυνο νοσηλείας. Οι θεραπείες αυτές έχουν λάβει προσωρινή επείγουσα άδεια χορήγησης σε ασθενείς με ήπια/μέτρια νόσο της κοινότητας και με παράγοντες αυξημένου κινδύνου για εξέλιξη της νόσου, από τον FDA και αξιολογούνται από τον ΕΜΑ.

Τα χαρακτηριστικά των ασθενών που θα ωφεληθούν πραγματικά από την παρέμβαση μένει να διευκρινιστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια. Όπως φαίνεται από την προ-δημοσίευση ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων της μελέτης COLCORONA, η πρώιμη έναρξη και παρατεταμένη χορήγηση κολχικίνης μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο εξέλιξης της νόσου και την ανάγκη νοσηλείας/θάνατο των ασθενών.

Ο ΕΟΔΥ, αναφέρει την κολχικίνη σαν δυνητική επιλογή, σύμφωνα με την κρίση του θεράποντος ιατρού, σε επιλεγμένους ασθενείς με συγκεκριμένες ενδείξεις και αντενδείξεις. Καθώς σύμφωνα με τη μελέτη τα οφέλη από την χορήγηση της κολχικίνης είναι οριακά στον πληθυσμό που μελετήθηκε η δυσμενής έκβαση, συνέβη μόνο στο 6% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Θεωρούμε ότι θα απαιτηθούν περισσότερες μελέτες για να διευκρινίσουν αν και ποιοι ασθενείς αναμένουμε πραγματικά να ωφεληθούν. Προσοχή στη χορήγηση της λόγω αλληλεπιδράσεων με φάρμακα και στη πιθανή εμφάνιση διάρροιας.

Η θρομβοπροφύλαξη με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους ή fondaparinux δεν προτείνεται σαν ρουτίνα για όλους τους ασθενείς με ήπια/μέτρια νόσο στην κοινότητα. Ωστόσο, επειδή παρατηρούνται ασθενείς που εμφανίζουν θρομβοεμβολική νόσο κατά την προσέλευσή τους στο ΤΕΠ, φαίνεται ότι κάποιοι από τους ασθενείς της κοινότητας θα μπορούσαν να ωφεληθούν από μια τέτοια πρακτική.



Ελλείψει ισχυρών αποδείξεων για τα κριτήρια χορήγησης θρομβοπροφύλαξης στην κοινότητα προτείνεται η υιοθέτηση των συστάσεων του ΕΟΔΥ για χορήγηση θρομβοπροφύλαξης σε ασθενείς με πυρετό > 38οC για 48 ώρες και ένα από τα παρακάτω: Ηλικία> 65 έτη, BMI> 30Kg/m2, ΣΔ, ιστορικό θρομβοεμβολικής νόσου, θρομβοφιλία (συγγενή ή επίκτητη), ενεργό καρκίνο για τον οποίο έλαβε–ΧΜΘ ή ΑΚΘ ή ορμονοθεραπεία το τελευταίο εξάμηνο, νευρολογική νόσο με μειωμένη κινητοποίηση, πρόσφατο χειρουργείο ή τραύμα. Η θρομβοπροφύλαξη χορηγείται όταν δεν υπάρχει αιμορραγία ή αυξημένος αιμορραγικός κίνδυνος.

Ασθενείς που λαμβάνουν χρονίως οξυγονοθεραπεία στο σπίτι λόγω χρόνιας πνευμονοπάθειας, θα πρέπει να τη συνεχίζουν κανονικά, παρακολουθώντας την οι ίδιοι και ενημερώνοντας τον ιατρό τους τυχόν επιδείνωση στον κορεσμό του περιφερικού αίματος. Σε ασθενείς που δεν ελάμβαναν οξυγονοθεραπεία στο σπίτι και έχουν διαγνωσθεί με νόσο COVID-19 θα πρέπει να αποφεύγεται η συνταγογράφηση και χορήγηση οξυγονοθεραπείας κατ` οίκον, ως μέτρο αντιμετώπισης της υποξυγοναιμίας.

H σταθερή αγωγή για ΧΑΠ ή βρογχικό άσθμα θα πρέπει να συνεχίζεται κανονικά. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για διακοπή λήψης των βιολογικών παραγόντων.

Τέλος, η απουσία υποστηρικτικού περιβάλλοντος για κατ` οίκον φροντίδα, μπορεί να επιβάλλει, κατά περίπτωση, την νοσηλεία του ασθενούς σε Δομή Υγείας.

Οδηγίες φροντίδας και παρακολούθησης ασθενούς με COVID-19 μετά την νοσηλεία του σε νοσοκομείο

Θα πρέπει να επιβεβαιώνεται ότι ο ασθενής έχει παραμείνει σε απομόνωση, για διάστημα 14-21 μέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων, ανάλογα με την βαρύτητα της νόσου και την παρουσία ή όχι ανοσοκαταστολής, σύμφωνα με τις οδηγίες του ΕΟΔΥ. Με το πέρας αυτού του διαστήματος, δεν απαιτείται νέος μοριακός έλεγχος.

Η COVID-19 είναι μια θρομβογόνος κατάσταση. Απαραίτητη είναι η υιοθέτηση των εθνικών οδηγιών που προτείνουν συνέχιση θρομβοπροφύλαξης με ΧΜΒΗ για α) τουλάχιστον 7 ημέρες μετά την έξοδο από το νοσοκομείο σε όλους και β) πιθανώς για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (από 15-45 ήμερες) σε ασθενείς υψηλού θρομβωτικού κινδύνου (παρατεταμένη ακινητοποίηση, ιστορικό VTE, γνωστή θρομβοφιλία, παχυσαρκία, αυτοάνοσα νοσήματα, ιστορικό Ca, παρατεταμένη νοσηλεία σε ΜΕΘ ή σε ασθενείς με υψηλούς δείκτες φλεγμονής) εφόσον έχουν χαμηλό αιμορραγικό κίνδυνο.



Ένας σημαντικός αριθμός ασθενών εμφανίζουν για παρατεταμένο χρονικό διάστημα (ως και αρκετούς μήνες) το λεγόμενο «post- acute Covid-19 syndrome» μια ποικιλία συμπτωμάτων που μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, κόπωση, μυϊκή αδυναμία, μυαλγίες/αρθραλγίες, ζάλη, κεφαλαλγία, ανοσμία/αγευσία, γνωσιακές διαταραχές, ταχυκαρδίες, εφιδρώσεις, διάρροιες ή δυσκοιλιότητα. Το σύνδρομο αυτό διαφοροποιείται από το σύνδρομο μετά από νοσηλεία στην ΜΕΘ (PICS) και μπορεί να προσβάλει ακόμη και ασθενείς με ήπια οξεία νόσο. Ωστόσο, κάθε επίμονο ή νεοεμφανιζόμενο σύμπτωμα θα πρέπει να αξιολογείται ανεξάρτητα και να μην αποδίδεται πάντα στην νόσο.

Πολλοί ασθενείς εμφανίζουν ψυχιατρικές διαταραχές τύπου μετατραυματικού στρες με εκδηλώσεις άγχους, αυπνία και κατάθλιψη. Η ψυχική επιβάρυνση πρέπει να αξιολογείται από κάθε γιατρό που εξετάζει ασθενή μετά από νοσηλεία και αναλόγως να παραπέμπεται για υποστήριξη σε ειδικό.

Εφόσον οι ασθενείς χρειάζονται φυσιοθεραπεία, αυτή δεν πρέπει να καθυστερεί αλλά να παρέχεται από φυσιοθεραπευτή με την χρήση ΜΑΠ για όσο διάστημα ο ασθενής θεωρείται μολυσματικός και είναι σε απομόνωση

Ασθενείς με PICS ή όσοι έχουν νοσηλευτεί με παροξυσμό ΧΑΠ θα πρέπει το συντομότερο μετά το τέλος της περιόδου απομόνωσης να εντάσσονται σε προγράμματα αποκατάστασης. Εναλλακτικά να αναζητούνται διαθέσιμα προγράμματα εξ’ αποστάσεως αποκατάστασης.

Ασθενείς με πνευμονική εμβολή θεραπεύονται και παρακολουθούνται σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες για ανάπτυξη πνευμονικής υπέρτασης. Αν και είναι λογικό η πνευμονική εμβολή στα πλαίσια COVID-19 λοίμωξης να θεωρηθεί σαν συνδεόμενη με γνωστό προδιαθεσικό παράγοντα, ο βέλτιστος χρόνο διάρκειας της αντιπηκτικής αγωγής στους ασθενείς με COVID-19 είναι άγνωστος. Σημειώνουμε ότι η θεραπεία της πνευμονικής εμβολής έχει συγκεκριμένη θεραπευτική δοσολογία, είτε αφορά ηπαρίνη χαμηλού βάρους είτε νεότερα ή/και παλαιότερα αντιπηκτικά από το στόμα.



Διεθνώς έχουν διαπιστωθεί περιπτώσεις ασθενών με πνευμονικές βλάβες που εμμένουν σε ασθενείς με COVID-19 πνευμονία. Αν και αυτή την στιγμή η διαθέσιμη επιστημονική τεκμηρίωση είναι ελλιπής και δεν επιτρέπει καταληκτικά συμπεράσματα ως προς την βαρύτητα και την συχνότητα του προβλήματος, συνιστάται η συστηματική παρακολούθηση των ασθενών, προκειμένου να διαπιστωθούν πρώιμα, πιθανές εμμένουσες βλάβες. Για τον σκοπό αυτό, μέσα σε διάστημα τριών μηνών [αυτό μπορεί να ποικίλει κατά κλινική περίπτωση] από την έναρξη της οξείας νόσου κρίνεται σκόπιμη η κλινική αξιολόγηση του αναπνευστικού μαζί με α/α θώρακα και αν χρειαστεί CT. Σε ασθενείς με εμμένουσα δύσπνοια ή/και απεικονιστικές βλάβες στο τρίμηνο μετά την έναρξη των συμπτωμάτων συνιστάται λειτουργικός έλεγχος της αναπνοής, με σπιρομέτρηση, στατικούς όγκους και διάχυση. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να χρειασθεί εργοσπιρομετρία.

πηγή; healthyliving.gr

Check Also

Πότε καταργείται στο SMS στο 13033 – Ποιες ελευθερίες μας δίνονται πίσω σταδιακά

Xαλαρώνουν περισσότερο τα μέτρα που ίσχυαν το τελευταίο εξάμηνο. Τι SMS πρέπει να στείλουν αύριο …

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *