Η βία μέσα στην οικογένεια, της οποίας αποδέκτης γίνεται ως επί το πλείστον η γυναίκα, αποτελεί ταμπού μέχρι και σήμερα όπου οι κοινωνίες επικαλούνται την πρόοδο, τις ελεύθερες ιδέες και τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Κουβαλάμε όμως και στερεότυπα συμπεριφορών τα οποία έχουν ενδοβληθεί εδώ και αιώνες. Ασυναίσθητα θεωρούνται ως κάτι το φυσικό και καθοδηγούν το μεγάλωμα τόσων και τόσων γενεών. Επομένως, στα θέματα που αφορούν τον άνθρωπο ως οντότητα, δεν μπορούμε να επικαλεστούμε ότι οι κοινωνίες έχουν προοδεύσει και τόσο, στην ουσία και στο βάθος.
Ένα από αυτά τα εσωτερικευμένα στερεότυπα έχει να κάνει με το φύλο, με τον άντρα και τη γυναίκα. Προσπαθούμε να μιλήσουμε για ισότητα ενώ, στην πραγματικότητα, το ζήτημα δεν θα έπρεπε καν να υφίσταται. Άντρες και γυναίκες, δεν παύουν να είναι άνθρωποι με πολλά κοινά αλλά και διαφορές. Δεν θα έπρεπε να τίθεται θέμα κυριαρχίας του ενός έναντι του άλλου, υπερτονίζοντας και πατώντας πάνω στις διαφορές, αλλά η βάση να δίνεται σε αυτά που τους ενώνουν, ως άνθρωποι.
Όμως, το αγόρι συχνά από παιδί ανατρέφεται όντας διεκδικητικό, κυριαρχικό, μαχητικό, ακόμα και επιθετικό και το κορίτσι γλυκό, υπομονετικό, περιποιητικό και ανεχτικό. Αρχής γενομένης λοιπόν, άντρας και γυναίκα γαλουχούνται μέσα από ένα αρκετά διαφορετικό πρίσμα, αποδεικνύοντας και υπερτονίζοντας τις διαφορές των δύο φύλων και όχι τις ομοιότητες.
O ενήλικος στην πορεία του αναλαμβάνει το τεράστιο φορτίο να απαλλαγεί από όλα αυτά τα συναισθηματικά και κοινωνικά πρότυπα, εάν θελήσει να δημιουργήσει μια πιο εξανθρωπισμένη και ακέραιη εσωτερική πραγματικότητα. Εάν θελήσει να ζήσει χωρίς να αναλώνεται σε διεκδικήσεις «εξουσίας», είτε αυτές είναι μέσα στους κόλπους της οικογένειας, της εργασίας ή οτιδήποτε άλλο.
Στην πραγματικότητα η επίδραση του περιβάλλοντος μέσα στις ψυχικές διαδικασίες του ανθρώπου, καθώς αναπτύσσεται, είναι τόσο ισχυρή που σπάνια μπορεί να επιθυμήσει να απεμπλακεί και να αποτινάξει αυτά τα πρότυπα. Έτσι, ο άντρας όταν ψυχικά είναι αρκετά ανώριμος και νιώθει ότι οι μηχανισμοί άμυνας καταρρέουν μπροστά σε μια εξωτερική «απειλή», όπως αυτή μπορεί να ενσαρκώνεται ασυνείδητα από την σύζυγό του, (την οποία ενδεχομένως να βιώνει ως κάτι που θέτει σε κίνδυνο την φαλλική του κυριαρχία) και αν όλες αυτές τις συγκρούσεις και ματαιώσεις δεν έχει τα ψυχικά εργαλεία να τα επεξεργαστεί εσωτερικά, τότε ξεσπά σε βία.
Η κοινωνία και η αρσενική δύναμη
Mέσα από την βία και την επιβολή έναντι της γυναίκας του καλύπτει την αδυναμία που νιώθει κάτω από πράξεις υποτιθέμενης παντοδυναμίας, συμπεριφορές που και η ίδια η κοινωνία έχει επιτρέψει. Η κοινωνία, η οποία «αποδέχεται» την αρσενική δύναμη, την δικαιολογεί και τελικά την αποσιωπά ως μια υπόθεση τελείως ιδιωτική, όταν συντελείται μέσα στην οικογένεια.
Η γυναίκα κατακρεουργημένη σωματικά και ψυχικά από την επανάληψη περιστατικών βίας, είναι φοβισμένη, θεωρεί τον εαυτό της ένοχο για το ξέσπασμα του άντρα της. Ελπίζει όμως ότι έχει την δύναμη ν’ αλλάξει την κατάσταση, να διορθώσει η ίδια την συμπεριφορά της, ώστε να μην προκαλεί παρόμοιες αντιδράσεις. Τελικά καταλήγει ν’ αρνείται το όλο γεγονός της κακοποίησής της, να δικαιολογεί και η ίδια τον άντρα της λέγοντας για παράδειγμα: «ήταν αγχωμένος λόγω της δουλειάς ή των οικονομικών προβλημάτων», «δεν το ήθελε». Εν τέλει, δεν αναγνωρίζει ότι, έστω και αν θεωρήσουμε ότι έκανε ή είπε κάτι που δημιούργησε ένταση, τίποτα δεν δίνει το δικαίωμα στον άντρα της να την κακοποιεί σωματικά χτυπώντας την ή σεξουαλικά ή ψυχικά μέσα από προσβολές, υποτίμηση, στέρηση του δικαιώματός της να επιθυμεί, να έχει άποψη, να εργάζεται, να συνδιαλέγεται με ανθρώπους.
Εγκλωβίζεται σταδιακά σε έναν δικό της κόσμο, απομονώνεται κρύβοντας το μυστικό της κακοποίησής της. Νοιώθει ότι κανείς δεν θα την καταλάβει και ότι δεν μπορεί να βοηθηθεί. Είναι αλήθεια ότι ενίοτε το συγγενικό και φιλικό περιβάλλον της γυναίκας που κακοποιείται, παρότι βλέπει και αναγνωρίζει τις ενδείξεις της κακοποίησης, θέλει να εθελοτυφλεί. Συνήθως, δεν διατηρεί ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας για τη στιγμή που εκείνη θα νιώσει έτοιμη να ζητήσει βοήθεια.
Αμφιθυμία και υπαναχωρήσεις
Ακόμα και όταν κατορθώνει να ζητήσει βοήθεια όμως, συχνά βιώνεται από τους γύρω ως ανυπόφορη η αμφιθυμία της. Ναι, αφού η ίδια, όντας για καιρό σε καθεστώς εσωτερικού βασανισμού, λόγω της κακοποίησης, δυσκολεύεται να αποφασίσει ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος, αν θα βελτιωθεί η κατάσταση με τον καιρό ή όχι, αν πρέπει να μείνει ή να φύγει, αν θα τα καταφέρει μόνη ή όχι. Ούτως ή άλλως μέσα σ’ έναν τέτοιο γάμο η γυναίκα ήδη νιώθει πολύ μόνη, αβοήθητη και εκτεθειμένη σε συνεχή κίνδυνο. Δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να προβλέψει τι μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, ακόμα και εξαιτίας μιας ασήμαντης αφορμής.
Θέλει κόπο μεγάλο και δουλειά πολλή για να αναγνωρίσει πρωτίστως ποια είναι τα δικαιώματά της, τα όρια της και ότι δικαιούται να νιώθει όμορφη μέσα και έξω της, να δίνει και να λαμβάνει αγάπη ξεκάθαρα, δίχως να περνάει από τον κύκλο της βίας. Ένας κύκλος που συνήθως, όπως μαρτυρούν οι έρευνες, επαναλαμβάνεται μέσα από την φάση της αφορμής, στη συνέχεια του ξεσπάσματος της έντασης (και ότι συνεπάγεται αυτό) και τέλος, ακολουθεί η φάση της μεταμέλειας του συζύγου η οποία συνοδεύεται από τρυφερότητα, φροντίδα, δώρα και υποσχέσεις ότι θα αλλάξει.
Η τελευταία φάση του κύκλου αυτού είναι που ενισχύει την άρνηση της να αναγνωρίσει ότι η βία χτίζεται σιγά-σιγά. Ότι δεν εξαλείφεται μα γίνεται καταστροφικότερη, με τεράστιες συνέπειες για την ίδια και τα παιδιά της, εάν υπάρχουν, τα οποία, είτε γίνονται και τα ίδια δέκτες της βίας, είτε μάρτυρες της κακοποίησης της μητέρας τους, οι συνέπειες που βιώνουν ψυχικά είναι ίδιες.
Η γυναίκα που υφίσταται βία μέσα στο σπίτι της βιώνει μεγάλες εσωτερικές συγκρούσεις, μια καθημερινότητα σαν βγαλμένη από σενάριο του Παζολίνι. Είναι κατανοητό και φυσικό να μην μπορεί να πάρει την απόφαση να εξωτερικεύσει το πρόβλημα σε κάποιον δικό της που, ίσως μοιάζει πρόθυμος να ακούσει. Δυσκολεύεται ακόμη και να αναζητήσει κάποιον που θα μπορούσε να βοηθήσει: κάποια υπηρεσία ή έναν ειδικό γύρω από τα θέματα ψυχικής υγείας. Σίγουρα παίζει ρόλο και ο οικονομικός παράγοντας που ενίοτε αποτελεί τροχοπέδη σε αντίστοιχες αποφάσεις, καθώς ο σύζυγος συχνά στερεί τα χρήματα, έτσι ώστε να είναι εξαρτημένη από εκείνον. Εντούτοις, κάνοντας αναζήτηση ακόμα και μέσω ίντερνετ μπορεί να βρει υπηρεσίες και προγράμματα ή ξενώνες φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών και παιδιών, οι οποίες παρέχονται δωρεάν.
Κάπου εκεί ίσως βρεθεί μια κάπως ανακουφιστική αρχή. Μπορεί να δοθεί το έναυσμα, να θελήσει να πάρει αποστάσεις από την κατάσταση, διαπιστώνοντας ότι δεν έχει λόγο να ντρέπεται για κάτι, ότι δεν συμβαίνει μόνο στην ίδια αλλά είναι ένα φαινόμενο που απαντάται συχνά και δυνητικά μπορεί να αγγίξει οποιαδήποτε γυναίκα, οποιουδήποτε οικονομικού, κοινωνικού και μορφωτικού επιπέδου, σε οποιαδήποτε ηλικία και χώρα.
Όλες αυτές οι γυναίκες μεγαλώνοντας ήλπιζαν ότι θα βρουν τον «πρίγκιπα» αλλά όταν τελικά νόμιζαν ότι τον συνάντησαν, διαπίστωσαν πως καθόλου δεν ήταν έτσι. Πίστεψαν όμως ότι ήταν στο χέρι τους να τον αλλάξουν. Εξάλλου έχουν μεγαλώσει τόσες γενιές γυναικών με την κοινωνική πεποίθηση ότι η γυναίκα μόνο μπορεί να βρει τον τρόπο να κρατήσει τις βάσεις της οικογένειας και να αλλάξει τον άντρα… Σαν να είχε ένα μαγικό ραβδάκι. Για αυτό τόσες γυναίκες είναι επιφορτισμένες με σχόλια τύπου «εσύ (η πονηρή!)που είσαι γυναίκα θα βρεις τον τρόπο…».
Χρειάζεται λοιπόν το προσεκτικό γκρέμισμα του τοίχου της άρνησης που έχει υψωθεί, παρέα με κάποιον που μπορεί να βοηθήσει, συνήθως έναν ειδικό ψυχικής υγείας, και σιγά-σιγά η γυναίκα που έχει υποστεί την κακοποίηση οδηγείται στην συνειδητοποίηση ότι άντρες, γυναίκες είμαστε άνθρωποι που υπάρχουμε, νιώθουμε, επιθυμούμε, αισθανόμαστε και κουβαλάμε εντάσεις, τραύματα και συναισθήματα αλλά τίποτα απ’ όλα αυτά δεν δικαιολογεί και δεν δίνει το δικαίωμα στην άσκηση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχολογικής βίας, όποια και αν είναι η αφορμή.
Όταν το σώμα μιλάει
Η ίδια η γυναίκα δεν μπορεί και δεν πρέπει μέσα στην οικογένεια ν’ αναλάβει τον ρόλο του «θεραπευτή» του άντρα της. Ούτε να πάρει την ευθύνη. Δεν ευθύνεται η ίδια για τις αντιδράσεις του άντρα, καθώς ο καθένας μας επιλέγει ο ίδιος πως θα πράξει. Συνήθως, όταν αποδέκτης της βίας είναι μόνο εκείνη, ενισχύεται λανθασμένα η πεποίθησή της ότι αφού δεν είναι κάτι γενικότερο, τότε σημαίνει ότι η ίδια πράττει κάτι άσχημο και ότι το αξίζει. Όμως η αιτία συνήθως είναι απλούστατα ότι ο άντρας αναγνωρίζει πως η συμπεριφορά του δεν είναι γενικότερα αποδεκτή και δεν πρέπει ν’ αποκαλύπτεται έξω από την οικογένεια του, θεωρώντας ότι έχει δικαιώματα πάνω στην γυναίκα του.
Η γυναίκα, μένοντας σε ένα βίαιο περιβάλλον παραλύει συναισθηματικά. Ακόμα και το σώμα της προσπαθεί να «μιλήσει» μέσα από ημικρανίες, αϋπνίες, δερματικά προβλήματα, στομαχικούς πόνους και τόσα άλλα… Αυτές οι σωματοποιήσεις που συχνά βιώνουν οι κακοποιημένες γυναίκες είναι εκεί να «μιλούν», να την κινητοποιούν δείχνοντας της τα σήματα κινδύνου. Είναι σημάδια τα οποία δεν πρέπει να υποτιμά αφού το σώμα της, αποδέχτης της βίας και το όριο της από τον έξω κόσμο, θέλει να την κάνει να συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο που διατρέχει και ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε αρρώστια.
Ο Προυστ έγραφε «πως δεν μπορούμε να γιατρέψουμε έναν πόνο παρά μόνο αν τον φανερώσουμε». Έτσι καλείται η γυναίκα που ζει νιώθοντας σε όλη της την ύπαρξη την βία, να αντλήσει κάπου από μέσα της το κουράγιο να μιλήσει. Άμα γίνει η αρχή όλα θα πάρουν τον δρόμο τους. Δύσκολος δρόμος. Να κουβαλά την παραδοχή ότι ενώ θέλησε να δημιουργήσει την εστία της με αγάπη, όνειρα, προσδοκίες, με μια συνέχεια που θα εξελίσσει την οικογένεια, με ασφάλεια, τελικά δεν πέτυχε. Όμως με δουλειά εσωτερική και σε απόσταση πια από ένα επιζήμιο περιβάλλον, το οποίο δεν οδηγεί σε εξέλιξη και ασφάλεια, αλλά κυρίως μπλοκάρει, θα έρθει μια μέρα που πάλι θα νιώσει ή μάλλον θα γίνει για πρώτη φορά αληθινά όμορφη, αφού θα έχει κατακτήσει τον εαυτό της ως ενήλικο ον και θα ανακτήσει πάλι την εμπιστοσύνη σε άντρες και γυναίκες, στους ανθρώπους.
Πηγή : photodentro